Παρασκευή 21 Νοεμβρίου 2014

ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΙΣ ΜΗΤΕΡΕΣ

Η νεοελληνική οικογένεια ως αίτιο της κρίσης

Η μεταπολιτευτική ελληνική κοινωνία χαρακτηρίζεται, μεταξύ των άλλων, από την ολοκλήρωση της διαδικασίας μετάβασης από την «παραδοσιακή» μορφή οικογένειας στην νεωτερική. Κατά την μετάβαση αυτή, που επικυρώθηκε και θεσμικά με την νέα δομή του οικογενειακού δικαίου των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ, το παιδί αναγορεύεται σε επίκεντρο της οικογένειας. Το πρότυπο, που οι δυτικές κοινωνίες είχαν κατακτήσει ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα, υιοθετείται πλέον πλήρως και από την ελληνική κοινωνία και περιλαμβάνει:

α) τον κάθετο περιορισμό της γονικής ανάμιξης στο δικαίωμα των νέων ανθρώπων να παντρεύονται,
β) την αντίληψη ότι ο γάμος γίνεται πια μια ένωση δύο ατόμων και όχι δυο σογιών (αν και στην νεοελληνική πραγματικότητα η αντίληψη αυτή εισήχθη μεν αλλά συχνά υπό αίρεση),
γ) την αντίληψη ότι στόχος του γάμου είναι η συντροφικότητα και όχι η γονική διευκόλυνση /διεκπεραίωση
δ)  μια καινούργια εμμονή που εγκαθίσταται στον συλλογικό νεοελληνικό ψυχισμό και αφορά στην αθωότητα και στον ευάλωτο χαρακτήρα της παιδικής ηλικίας.

Αυτή ακριβώς η εμμονή υποκινεί μια όλο και  αυξανόμενη, θα έλεγε κανείς, μανία σε σχέση με την ανατροφή του παιδιού και ιδιαίτερα σε σχέση με την επιρροή που ασκεί η μητέρα στην ανάπτυξη του, αφού έτσι κι αλλιώς εκείνη βρίσκεται πολύ πιο κοντά στο παιδί απ’ ότι ο πατέρας. Η «μέση» Ελληνίδα της μεταπολίτευσης, μπορεί να μην είναι και τόσο ενεργό μέλος της Ε.Γ.Ε. (Ένωση Γυναικών Ελλάδας) (αυτές οι δράσεις αφορούν μάλλον στα νεόκοπα μικροαστικά στρώματα που επιχειρούν επιτέλους την «έφοδο στον οικονομικό ουρανό»), όμως ενστερνίζεται, συνειδητά ή ασύνειδα, τα προτάγματα που θέτει το νεογέννητο, στην Ελλάδα, γυναικείο κίνημα. 

Η όσον το δυνατόν, ισότιμη συμμετοχή στην αγορά εργασίας, τα κοινωνικά δικαιώματα της γυναικείας «μειονότητας» και η έστω «χαμηλόφωνη» σεξουαλική απελευθέρωση, είναι μερικά από τα φωναχτά αιτήματα. Αλλά υπάρχουν και σιωπηλά αιτήματα, στα οποία μάλιστα το νεοελληνικό γυναικείο κίνημα αντλώντας από τη παλαιότερη μητριαρχική παράδοση, δείχνει να έχει εντυπωσιακά αποτελέσματα. Τα αιτήματα αυτά αφορούν στην οικονομική διαχείριση των εισοδημάτων της οικογένειας και στην αποκλειστικότητα της ψυχοπνευματικής ανάπτυξης ανατροφής των παιδιών, από την μητέρα και μόνον. Ο νεοέλληνας σύζυγος, ακόμη και αν προσπορίζεται τα προς το ζην με λαμογίστικα τεχνάσματα (πράγμα καθόλου ασυνήθιστο), υποχρεούται στις πιο πολλές περιπτώσεις να καταθέτει τις χρηματικές εισροές του στην γυναίκα ταμία/οικονόμο. Η γυναίκα, συνήθως, ξέρει από διαχείριση, είναι «οικονόμα», «κάνει εκείνη τα κουμάντα της», είναι σχεδόν πάντα «σφιχτή» και, τουλάχιστον στην πρώτη μεταπολιτευτική φάση, μοιάζει με προτεστάντη μάνατζερ σε μια σπάταλη εταιρεία.

Η γυναίκα/οικονόμος, γνωρίζει βέβαια πολύ καλά ότι έτσι κι αλλιώς οι πόροι είναι περιορισμένοι, ιδιαίτερα όταν τα καταναλωτικά αιτήματα ευμάρειας και ευζωίας μπαίνουν όλο και πιο απαιτητικά από την τηλεόραση, τη γειτονιά και τους «πλούσιους» συγγενείς. Γι’ αυτό ακριβώς το λόγο, η οικογένεια πρέπει να περιορίσει δραστικά τον αριθμό των απογόνων της, αν θέλει να συνεχίσει να απολαμβάνουν όλα τα μέλη της, όλο και περισσότερα καταναλωτικά αγαθά. Η παλιά διευρυμένη οικογένεια, δίνει σιγά σιγά τη θέση της στην εσωστρεφή, οικεία, ιδιωτική, συζυγική μονάδα. Η λατρεία της οικογενειακής ζωής, γύρω από την τηλεόραση, αλλά και όλο το πλαίσιο όπως προαναφέρθηκε, δίνει στη γυναίκα/μητέρα όλο και περισσότερο έλεγχο πάνω στην οικογένεια. 

Η μητέρα εξειδικεύεται πια στην παιδική ανατροφή και στην συναισθηματική παρηγοριά, οικοδομώντας την οικογένεια καταφύγιο, μακριά από έναν κόσμο που γίνεται όλο και πιο απρόσωπος, όλο και πιο ανταγωνιστικός. Η αλάνα των συγκρουσιακών παιχνιδιών, η γειτονιά, η ρυθμίζουσα κοινότητα, υποχωρεί και αντικαθίσταται από την περίκλειστη οικογένεια. 

Κοντολογίς, η γυναίκα/μητέρα ελέγχει και κηδεμονεύει το σπίτι έτσι που, πολύ συχνά, προβάλλεται στον παιδικό ψυχισμό ως το κυρίαρχο αρσενικό. Δεν έχει καμιά σημασία αν η κηδεμονία ασκείται κάτω από ένα γλυκερό κατευναστικό προσωπείο ή αν φτάνει μέχρι και να επιδεικνύεται με τον πλήρη ευνουχισμό του συζύγου. Το ισχυρό πρότυπο που καταγράφεται στην παιδική βιωματική εμπειρία είναι η κυριαρχική λειτουργία του θηλυκού. Η μητέρα θα θέσει, με αυστηρότητα, τα όρια στην παιδική και εφηβική ελευθεριότητα και ο πατέρας θα «τρυφερέψει», με αγκαλιές και χάδια, τα πληγωμένα παιδιά του. Κανένα Οιδιπόδειο σύμπλεγμα, κανένα σύμπλεγμα της Ηλέκτρας, δεν «αφήνεται» να κάνει τη φροϋδική δουλειά του. Άλλωστε, ο ίδιος ο ΓΑΠ υπήρξε αποτέλεσμα αυτού του οικογενειακού προτύπου!

Μάλλον οφείλουμε σήμερα να ομολογήσουμε ότι τα όλο και φθίνοντα ποσοστά των γεννήσεων στην νεοελληνική κοινωνία, αντανακλούν αφενός τη νίκη των γυναικών εναντίον των συζύγων τους αλλά και τον δραστικό περιορισμό του γυναικείου ηδονιστικού τόνου, ακριβώς εξ’ αιτίας αυτής της αντιστροφής των «ρόλων» στο πλαίσιο της οικογένειας. Είναι, με αυτή την έννοια, μάλλον τραγικό να διαπιστώνει κανείς ότι: όσο η Ελληνίδα γυναίκα απελευθερώνεται σεξουαλικά, όσο αυξάνει ο ρόλος που διαδραματίζει μέσα στην οικογένεια, τόσο περιορίζεται η ηδονιστική της δυνατότητα να απολαμβάνει το σεξ. Και βέβαια τόσο η νευρωτική, κυριαρχική διάθεση της «χτυπάει κόκκινα»!

Όσο η (παλαιότερη) πατρική αυθεντία υποχωρεί και περιορίζεται στην άσκηση της εργασίας και ενδεχομένως στη συναισθηματική στήριξη των παιδιών απέναντι σε μια κυριαρχική και εξουσιαστική μητέρα, τόσο η γυναίκα/μητέρα θα αναζητήσει και νέα στηρίγματα στην άσκηση της κυριαρχίας της στην οικογένεια. 

Πρόκειται για το πασοκικό Θεραπευτικό κράτος (και παρακράτος) για να χρησιμοποιήσω τον όρο των Φίλιπ Ρίφ και Νίκολας Κίτρι. Όπως σωστά παρατηρεί ο Κρίστοφερ Λας «οι γυναίκες καλωσόρισαν την αντικατάσταση της μαμής στη γέννα από τους γιατρούς. Ο επαναπροσδιορισμός της εγκυμοσύνης ως ασθένειας, που χρήζει ιατρικής παρέμβασης, βοήθησε τις γυναίκες στην εκστρατεία τους υπέρ της εθελούσιας μητρότητας ρίχνοντας το κόστος της εγκυμοσύνης στους άντρες τους –όχι μόνο το χρηματικό κόστος αλλά και το συναισθηματικό κόστος της εισβολής του γιατρού στην κρεβατοκάμαρα, τον σφετερισμό εκ μέρους του των σεξουαλικών προνομίων του συζύγου. 

Μακροπρόθεσμα, παρ’ όλα αυτά, οι επαγγελματίες διεύρυναν τη δικαιοδοσία τους γύρω από την οικιακή ζωή όχι μόνο σε βάρος της πατριαρχικής αυθεντίας αλλά επίσης και σε βάρος του ελέγχου που μέχρι πρότινος ασκούσαν οι γυναίκες γύρω από τη γέννα, την ανατροφή του παιδιού και την οικιακή οικονομία. Γιατροί, ψυχίατροι, κοινωνικοί λειτουργοί, παιδικοί σύμβουλοι, και άλλοι ειδικοί ειρωνεύονταν το μητρικό ένστικτο, την οικιακή θεραπεία και τις εμπειρικές μεθόδους, υποστηρίζοντας την αντικατάσταση της λαϊκής παραδοσιακής σοφίας των γυναικών από νέες τεχνικές που βασίζονται στην επιστήμη και είναι κατανοητές μόνο από αυτούς που έχουν επαγγελματική κατάρτιση. 

Συμμαχώντας με τα επαγγέλματα παροχής βοήθειας, οι γυναίκες βελτίωσαν τη θέση τους στην οικογένεια μόνο για να πέσουν σε ένα νέο είδος εξάρτησης, την εξάρτηση του καταναλωτή από την αγορά και από τους παρόχους εξειδικευμένων υπηρεσιών όχι απλώς για την ικανοποίηση των αναγκών τους αλλά και για τον ίδιο τον ορισμό των αναγκών τους.»

Έτσι ακριβώς συνέβη και στην μεταπολιτευτική νεοελληνική κοινωνία. Οι πασοκικές κυβερνήσεις, αλλά και οι μισθωτοί έντυποι και τηλεοπτικοί «κονδυλοφόροι» τους,  πρόσφεραν και με το παραπάνω στη γυναίκα το νέο είδος εξάρτησης που καθόριζε πια και τις ίδιες τις ανάγκες της. Η σεξουαλική απελευθέρωση της Ελληνίδας στη μεταπολίτευση, κινήθηκε σε δυο άξονες: την ιατρικοποίηση της σεξουαλικής πράξης αφενός και στη απέραντη εκλαϊκευμένη, δήθεν επιστημονική, φλυαρία για το θέμα. Ο σεξολόγος δρ. Ασκητής από τη μια μεριά και το Κλίκ/Νίτρο από την άλλη. Το δε πιο εξωφρενικό είναι (όπως παρατηρεί εύστοχα και ο Μισέλ Φουκώ) ότι «θεωρήσαμε όλοι πως λέγοντας ναι στο σεξ, λέγαμε όχι στην εξουσία»!. 

Μα η πολιτική και οικονομική ελίτ έκανε απλά τη δουλειά της. Εκείνο που δεν πήραμε χαμπάρι είναι ότι η έκθεση της σεξουαλικής ζωής στην επιτήρηση της επιστήμης και στις συμβουλές των περιοδικών, ήταν ο καθοριστικός παράγοντας όχι για την απελευθέρωση της σεξουαλικότητας, αλλά για την ορθολογικοποίηση του συναισθήματος. 

Σε όλη τη διάρκεια της μεταπολίτευσης  η Λογική αναγορεύεται σε νέα θρησκεία και η οικονομική αποτελεσματικότητα (με κάθε μέσο και κόστος) σε Θεό. Το συναίσθημα κηρύσσεται ως ανορθολογισμός και ορίζεται σαν την μέγιστη αμαρτία της νέας θρησκείας. Το νέο ιερατείο που αναλαμβάνει την ιεραποστολή διάδοσης της νέας θρησκείας μέσα στην οικογένεια, δεν είναι άλλο από τη γυναίκα/μητέρα!

Εκείνη θα συμβουλεύσει το γιο της να είναι ανταγωνιστικός και «ξύπνιος» (και όχι σαν τον υποχωρητικό πατέρα του),εκείνη θα νουθετήσει την κόρη της να είναι «καπάτσα» και ευέλικτη, (για να μην καταλήξει «δούλα» όπως η ίδια)! Το οραματικό, δημιουργικό στοιχείο της ανθρώπινης ύπαρξης, η μεγάλη περιπέτεια της ίδιας της ζωής,  θα καταδικαστεί στην κόλαση και οι μητέρες μας θα γίνουν οι ιέρειες της Λογικής. «Μην σκέφτεσαι ότι αισθάνεσαι, για να υπάρξεις» θα είναι το νέο οικογενειακό μότο!

Έτσι τώρα, στη θέση των παλαιών κανόνων ηθικής που ρύθμιζαν(καλώς και συχνά κακώς) την κοινωνική λειτουργικότητα μέχρι το τέλος, ουσιαστικά, της δικτατορίας, εμφανίζεται τώρα μια νέα μέθοδος κοινωνικής πειθαρχίας. Πρόκειται για ένα σύνολο ιατρικών και ψυχολογικών κανόνων απαλλαγμένων πλήρως από κάθε είδους ηθικά ερωτήματα. Για το αξιακό σύστημα της μεταπολίτευσης δεν υπάρχει κανένα ηθικό πρόβλημα αν κανείς δωροδοκείται, ενώ υπάρχει μείζον ψυχολογικό ζήτημα αν κανείς έχει πρόωρη εκσπερμάτιση! Προφανώς, για τον γυναικείο οργασμό δεν τίθεται θέμα, αφού έτσι κι αλλιώς ποτέ δεν μπορεί να πιστοποιηθεί πρακτικά, αλλά και γιατί μοιάζει να είναι το εύλογο τίμημα που η γυναίκα θα καταβάλλει έναντι της κυριαρχίας που ασκεί στην οικογένεια. 

Εδώ ακριβώς βρίσκεται αυτό που ονομάσαμε προηγούμενα Θεραπευτικό κράτος. «Οι γιατροί, οι εγκληματολόγοι, οι κοινωνικοί λειτουργοί, οι ψυχίατροι, οι ψυχολόγοι, οι παιδαγωγοί, οι σύμβουλοι γάμου, οι ειδικοί της παιδικής ανάπτυξης, οι παιδίατροι,  οι δικαστές σε δικαστήρια ανηλίκων, εν συντομία το σύγχρονο σύστημα κοινωνικής επανένταξης που δημιούργησε κατά βάσιν το ΠΑΣΟΚ – κυβέρνησαν την μεταπολιτευτική κοινωνία «με βάση όχι το δίκαιο αλλά την τεχνική, όχι τον νόμο αλλά την ομαλοποίηση, όχι τον κολασμό αλλά τον έλεγχο», όπως θα ορίσει πάλι ο Κρίστοφερ Λας.

Αλλά η οικογένεια είναι το πρώτο βήμα πολιτικοποίησης του ανθρώπου, μέσα από τις διαδικασίες συλλογικής/δημοκρατικής ή αυταρχικής λήψης των αποφάσεων της. Έτσι, αντιλαμβάνεται κανείς ποια είναι η σχετική βιωματική εμπειρία των παιδιών που μεγάλωσαν μέσα σε μια τέτοια οικογενειακή δομή. Μια περισσότερο ή λιγότερο φανερά κυριαρχική μητέρα, ένας υποτονικός ή απών πατέρας και μια πλειάδα ειδικών εντεταλμένων του θεραπευτικού (βλέπε εξουσιαστικού) κράτους, διαμόρφωσαν τελικά νέες μορφές εξάρτησης και αποθάρρυναν τη συμμετοχή στην πολιτική ζωή. 

Το συμπέρασμα είναι ότι αυτή η εξέλιξη διάβρωσε τον παλαιότερο μηχανισμό λαϊκής συμμετοχής και επαναστατικότητας, την οικογένεια! Λες και οι «διευθυντές» του Θεραπευτικού κράτους, οι έντυποι και τηλεοπτικοί προωθητές/διακινητές των δήθεν απελεύθερων αντιλήψεων αλλά και οι μητέρες, σε μιαν ιδιότυπη συμμαχία, «εξημέρωσαν» μιαν κοινωνία που βρισκόταν (εδώ και αιώνες) σε διαρκή αντίσταση και την οδήγησαν σε βαθιά κρίση αυτοπεποίθησης. 

Φαίνεται, μάλιστα, πως είχε δίκιο ο Φρόϋντ όταν υποστήριζε «ότι η αυτονομία εδράζεται στην έντονη συναισθηματική ταύτιση με τους γονείς και έρχεται έπειτα από τρομερούς αγώνες για να ξεπεράσουμε την κατωτερότητα και την εξάρτηση». «Η εξασθένηση της πατρικής φροντίδας, συμπεραίνει, επίσης ο Κρίστοφερ Λας, ακριβώς επειδή έχει αμβλύνει τη σύγκρουση πατέρων και γιων, καθιστά πολύ πιο δύσκολο για το παιδί να γίνει αυτόνομος ενήλικος".

Η μεταπολιτευτική οικογένεια, «ευνούχισε» τα αρσενικά παιδιά αναπτύσσοντας το ναρκισσιστικό πρότυπο του «κάθομαι σπίτι, κάνω μπάφους και παίζω pro» και ενσωμάτωσε στα νεαρά κορίτσια το τεχνητό πέος μιας αναίσθητης και πονηρής καπατσοσύνης!

Αν απαλλαγούμε λοιπόν από τους, δήθεν, προοδευτικούς μυωπικούς φακούς μας, δεν μπορούμε παρά να δούμε ότι η σταδιακή διάβρωση της εξουσιαστικής πατρικής φιγούρας που επήλθε στη μεταπολιτευτική φάση της κοινωνίας μας, όχι μόνο δεν απελευθέρωσε το νεοελληνικό άτομο από εξωτερικούς καταναγκασμούς, αλλά το υποδούλωσε σε νέες δουλείες, ενώ ταυτόχρονα εξασθένησε τη θέληση του για αντίσταση και αυτονομία. Εδώ, θα μπορούσε να υποθέσει κανείς, ότι βρίσκεται και η απάντηση στο μεγάλο ερώτημα της παθητικοποίησης και αδράνειας της κοινωνίας μας, απέναντι στην κρίση και τις συνέπειες της.  

το ναρκισσιστικό νεοελληνικό άτομο που βρίσκεται εγκλωβισμένο στην παγίδα του αυτονόητου δικαιώματος, το άτομο που θεωρεί ότι μπορεί να έχει ότι θελήσει, αλλά και το μεταιχμιακό άτομο (η άλλη όψη του διαταραγμένου νεοελληνικού «νομίσματος») που διαρκώς εγκαταλείπει μην τυχόν και εγκαταλειφθεί, που ζει υπό την συνεχή απειλή και φόβο του «μην τυχόν», έχουν τις γενεσιουργές τους ρίζες στο φαινόμενο που αναλύθηκε προηγούμενα.

Με δυο λόγια (εισαγωγικά για επόμενο άρθρο μας) αν «οι μη προνομιούχοι» ως πολιτική πρόταση, ήταν η αποθέωση του κοινωνικού ναρκισσισμού, οι μνημονιακές πολιτικές είναι το αποκορύφωμα της μεταιχμιακής/μεθοριακής κοινωνικής διαταραχής...

Κι' όσο κι αν μια γλυκερή συναισθηματικούρα, ένα μητρικό εσωτερικό άγκιστρο, μας εμποδίζει να ασκήσουμε την κατάλληλη κριτική στο οικογενειακό πρότυπο που μας εξέθρεψε, οφείλουμε να υπερβούμε αυτό το καταστροφικό οικογενειακό μοντέλο, τουλάχιστον για χάρη των παιδιών των παιδιών μας...


ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ
19.09.2014


ΦΤΟΥ ΞΕΛΕΥΤΕΡΙΑ

Λένε πως υπάρχει κάπου, κεντρισμένο μέσα στην καρδιά της πόλης, ένα μικρό πάρκο. Ίσως και να μην είναι καν πάρκο, μα μονάχα μια μικρή προεξοχή από καταπράσινες ζαρτινιέρες και αστεία καχεκτικά δεντράκια, ανάμεσα σε λουρίδες ασφάλτου και παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Στην πλάτη του, οι παλιές προσφυγικές κατοικίες με τις χαρακιές της μνήμης πάνω τους, μπαλωμένες πρόχειρα, όπως- όπως.

Κάτι ψευτοφυγάδες κάνουν πως κρύβονται εδώ. Στην αλήθεια κανείς δεν τους κυνηγά. Οι φυγές του μοιάζουν με το κρυφτό των πιτσιρικάδων. Μετρούν με το πρόσωπο σ’ έναν σκονισμένο τοίχο: εκατό, διακόσια, τριακόσια.....ως το χίλια. «Βγαίνουν» και κραυγάζουν δήθεν: Φτού ξελευτερία σε όλους! Μένει μονάχα το φτού! Φτού σας! Κανείς τους δεν ξελευτερώνεται. Ίσως γιατί κανείς τους δεν αντέχει να είναι τόσο παιδί. Όλοι τους είναι δεσμώτες ενός μέλλοντος που λαχταρούν, αλλά εκείνο, απ’ την  άλλη, δεν πετάει και τη σκούφια του για να έρθει. Κι αυτό το ξέρουν όλοι, μα κάνουν σα να μην τους αφορά. Ισχυρίζονται ότι είναι παιδιά. Και παίζουν κρυφτό. Κρύβονται ο ένας από τον άλλο. Ώσπου, ξαφνικά, ανακαλύπτουν ότι δεν έμεινε κανείς πίσω να «τα φυλάει». Όλοι φτύνουν, αλλά κανείς δεν ξελευτερώνεται. Κάποια στιγμή, έκπληκτοι, διαπιστώνουν πως πίσω από κάθε "επιθυμία" τους κρύβεται και μια "έλλειψη". Αλλά δεν σταματούν το κρυφτό.

Κάποιο πρωί ξυπνούν κάπως περίεργα. Ένα πρωινό, σαν όλα τ' άλλα, ξυπνάνε περίεργα και  τους τρώει αυτή η γαμημένη επιθυμία μιας «πατρίδας» τόσο μακρινής, μα που, ωστόσο, τα χέρσα εδάφη της εκτείνονται εντελώς εντός τους. Ένα κάποιο πρωί, ανακαλύπτουν αυτή την αόριστη επιθυμία παλιννόστησης στο μέσα τους.  Όμως, μια δειλία που καμώνεται τη τσαμπουκαλεμένη τους δένει τα πόδια. Δεν έχετε να πάτε πουθενά ρε! Ποιά παλιννόστηση και μαλακίες! Για να τους πείσει, τους κρεμάει τις ανάγκες τους στα μανταλάκια του διπλανού σαν κίτρινες εφημερίδες στο περίπτερο. Κι αυτοί, έτσι καθώς κρυφοκοιτούν εντός τους, νοιώθουν αδιάκριτοι σαν σε ξένη κρεβατοκάμαρα. Περιμένουν με τρόμο μη τύχει και ακούσουν ένα  "πού πας ρε;"  Δεν κάνουν βήμα μη τυχόν και ακούσουν αυτό το «πού πας ρε». Δεν μιλούν μη και ξυπνήσουν οι άλλες ανάγκες. Οι ανάγκες οι κατά-δικιές τους. Όχι οι άλλες οι καταδίκες τους, αλλά αυτές οι ολόδικιες τους.

Παίζουν κρυφτό με το απαρηγόρητο μυστικό τους. Μετρούν με τα μούτρα στον τοίχο. Μερόνυχτα μετρούν κι ας έφυγαν οι άλλοι εδώ και χρόνια απ' το παιχνίδι. Αυτοί ακόμη μετρούν από μέσα τους: 5,10,15,20,25,30,35....

Όταν κάποια στιγμή αποφασίζουν να γυρίσουν το κεφάλι τους, έκπληκτοι στην απουσία των άλλων, βαφτίζουν το μυστικό τους, το απαρηγόρητο μυστικό τους, "νοσταλγία", "ρομαντισμό", "εφηβεία", "ανθρωπιά" και εγώ δεν ξέρω τι άλλο.   

Εκείνο διαπερνά την ψυχή τους με τέτοια γλύκα, που όταν μιλάνε από καρδιάς βγαίνει στη φόρα. Κοιτάνε τους άλλους αμήχανα και κάνουν πως γελούν με τον εαυτό τους.  Το απαρηγόρητο μυστικό τους! Δεν μπορούν να το κρύψουν μα ούτε να το φανερώσουν. Δεν μπορούν. Θέλουν να τα φυλάνε αυτοί, θέλουν και να πουν φτου ξελευτερία σε όλους. Το απαρηγόρητο μυστικό τους. Δεν μπορούν να το φανερώσουν γιατί, στην πραγματικότητα, δεν το κατανοούν. Τί να πουν; Μα δεν μπορούν και να το κρύψουν. Προδίνονται σαν ερωτευμένοι, που γυαλίζει το μάτι τους μόλις αναφερθεί ένα «κάποιο» όνομα.  

Όταν βραδιάσει πια,  γυρεύουν να ξεμπερδεύουν με το μυστικό τους. Το απαρηγόρητο μυστικό τους. Του δίνουν το όνομα "ομορφιά" και καμώνονται πως έλυσαν το πρόβλημα. Υποψιάζονται, βέβαια, ότι πάλι δείλιασαν να κάνουν μια μεγάλη εκδρομή στη μέσα τους «πατρίδα». Σαν τουρίστες, με τη ζωούλα τους, φωτογραφική μηχανή κρεμασμένη απ' το λαιμό, αποθανατίζουν τις στιγμές που δεν ζουν.

Ύστερα από χρόνια, καθώς ξανακοιτούν τις φωτογραφίες θα τσακώσουν το απαρηγόρητο μυστικό τους, σαν απρόκλητο επισκέπτη σε κάποια απ’ αυτές. Μα καλά, πώς βρέθηκε αυτός ο μαλάκας εδώ, θα πουν, με κάποια δόση νοσταλγίας.

ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ
19.07.2014



ΠΡΩΤΟΠΛΑΣΤΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ

Δεν ήξερε για πόση ώρα βρισκόταν εκεί. Ούτε αν την γνώριζε από παλιά και τώρα τύχαινε να την συναντήσει ξανά.  Ήξερε μόνο ή μάλλον υπέθετε, πως ο χρόνος κυλούσε με μεγάλη ταχύτητα. Ναι, γι’ αυτό ήταν βέβαιος. Έκανε να κοιτάξει το ρολόϊ του και ανακάλυψε πως δεν μπορούσε να ξεκολλήσει το βλέμμα του απ’ το πρόσωπο της. Έμεινε κι αυτός να την κοιτά. 

Είχε πράσινα μάτια κι ένα σπασμένο χαμόγελο στην άκρη του πάνω μέρους των χειλιών της. Δεν ήξερε αν την γνώριζε από κάπου παλιά και μονάχα το σπασμένο, σαν κρυμμένη ειρωνία, χαμογελάκι της τον αγκίστρωνε εκεί. Μακριά απ’ το χρόνο, ανήμπορος να σκύψει να δει το ρολόϊ του. Λες και μια μέγγενη του έσφιγγε το κεφάλι, ίσια μπροστά, στο πρόσωπο της.   

- Κάτω απ’ το βλέμμα σου βιώνω την «έκπτωση» μου σε ένα αδιάφορο άτομο. Νοιώθω τον κίνδυνο να γίνω ένα ουδέτερο αντικείμενο. Το βλέμμα σου με κάνει ένα σκέτο αντικείμενο της επιθυμίας σου, του φάνηκε πως τον κατέκρινε.

- Αλλά, παρ’ όλα αυτά, με λένε Εύα!

- Τί λέει ρε μαλάκα το άτομο!  Κάτι έφραξε τελευταία στιγμή το στόμα του. Δεν πρέπει να μίλησε ή τουλάχιστον δεν θυμάται να μίλησε. Να πάρει η ευχή!  Γιατί δεν μίλησε; Και τι να πεί! Το όνομα σου ρε ηλίθιε! Πες τουλάχιστον το όνομα σου! σκέφτηκε.

Το στόμα του παρέμενε μισάνοιχτο, αλλά βουβό, σα σκισμένο βιβλίο. Οι σελίδες, οι λέξεις του, σκορπίστηκαν απ’ τα τσογλάνια που το έσκισαν στο τέλος κάποιας σχολικής χρονιάς. 

Εκείνη πήρε κάποιες λέξεις απ’ το κουρελιασμένο βιβλίο του και τις έκανε πρόταση.

- Θες το κινητό μου;  του άπλωσε το χέρι με το τηλέφωνο της. Εκείνο προσφέρεται για χρήση. Εγώ, πάλι, όχι! Του χαμογέλασε κάπως πονηρά.

Θα ήθελα τον αριθμό σου, όχι το τηλέφωνο σου, πήγε να απαντήσει. Μα, καθώς εκείνη πλησίασε κάπως πιο κοντά, μια ευωδιά γιασεμιού έντυσε τις λέξεις απ’ το σκισμένο βιβλίο του. Επιτέλους, τώρα δεν κρυώνουμε, ρε μαλάκα! του είπαν σαρκαστικά στ’ αυτί.  Ύστερα, τα μικρά ανθάκια απ’ το άρωμα της, αφού κάθισαν για λίγο αναπαυτικά στο πουκάμισο του,  άρχισαν σιγά-σιγά να σκαρφαλώνουν στα χέρια του.

- Εννοώ, ρε συ, ότι ο τρόπος που με κοιτάς παρακάμπτει τη δυνατότητα μου για σχέση, συμπλήρωσε η Εύα και τ’ ανθάκια πετάρισαν γύρω απ’ το μαύρο μούτρο του και έπεσαν στο πάτωμα. 

- Το βλέμμα σου με αντιλαμβάνεται σαν αδιαφοροποίητη μονάδα του συνόλου των γυναικών. Σαν ένα οποιοδήποτε αντικείμενο, που προσφέρεται για χρήση, όχι για σχέση! Με κάνεις να γίνομαι αντικείμενο της επιθυμίας σου να κυριαρχείς, να επιβάλλεσαι, να υπηρετείσαι, να θαυμάζεται, να αισθησιάζεσαι! Λες και η πιο μεγάλη επιθυμία σου είναι  να υπηρετήσω τη σεξουαλική σου ορμή! Και ντρέπομαι ρε συ! Ντρέπομαι, γιατί ξέρω πως δεν είσαι!

- Επιτέλους χαμήλωσε το βλέμμα σου, ρε ηλίθιε ! άκουσε αυτός προσβεβλημένη την εσωτερική του φωνή. Ντροπή ρε παπάρα! Σφίχτηκε κάπως το μέσα του, σαν να ‘ταν παιδί που έκανε σκανταλιά.

Μα, παρ’ όλα αυτά, εκεί, πεισματικά προσανατολισμένος στον ήλιο της, έκανε να βρεί τα γυαλιά του, που συνόδευαν πάντα σαν αξεσουάρ  το κεφάλι του. Μα, πού τα ξέχασα γαμώτο;

Την είδε να κρατάει στα χέρια της ένα βιβλίο. Αυτό με τις σκορπισμένες λέξεις; αναρωτήθηκε. Μπορεί. Ίσως να διαβάζει παράταιρα αποσπάσματα από ένα βιβλίο με ξελουρισμένες σελίδες. Oi σκέψεις του έκλεισαν απότομα σαν βαρύ δερματόδετο εξώφυλλο.    

- Η ντροπή μου είναι η άμυνα στην απειλή σου να υπάρχω σαν αντικείμενο. Ντύνομαι για να μπορώ να βλέπω, χωρίς να βλέπομαι. Να ορίζω τον εαυτό μου, να μην ορίζομαι, γαμώτο, σαν πράγμα!

Το παράπονο αυτό στάθηκε τώρα στο πάνω χείλος της και  αγκιστρώθηκε απ’ το φρύδι της που ανασηκώθηκε κι αυτό, ώσπου χάθηκε μες στα μαλλιά της.

- Μα καλά δεν γελάει ποτέ αυτή η κοπέλα; προβληματίστηκε. Πάντα έτσι; Ένα κομματάκι χαμόγελο το πολύ;

- Ντύνομαι για να σώσω τη δυνατότητα της σχέσης. Φοβάμαι μην τύχει και υπάρξω κι εγώ μόνο για τη χρήση, συνέχισε την ανάγνωση της, σαν να μην την ένοιαζε αν την άκουγε ή όχι.    
Φορούσε στο λαιμό ένα μεταξωτό λουλουδάτο φουλάρι κουλουριασμένο στις αποχρώσεις του μωβ. Τώρα το είδε. Έκανε να τ’ αγγίξει. Αδύνατον.

- Φοβάμαι, της είπε. Φοβάμαι τη στιλπνότητα των μεταξένιων φουλαριών, σκέφτηκε, αλλά αυτό δεν το είπε.

- Μιλάς λοιπόν; Επιτέλους μιλάς! Άνοιξε τα μάτια της όλο έκπληξη.

- Η στιλπνότητα με αφοπλίζει Εύα! Οι ορμές μου, οι θώρακες της πανοπλίας μου, δεν αποβλέπουν, παρά, στην ατομική αυτοσυντήρηση. Και ναι, σε σένα μπορώ να το πω: η ατομική ηδονή είναι η πιο ακριβή πανοπλία μου! Ακούς Εύα; Ατομική! Της πάρτης μου, δηλαδή! Κι αυτή η στιλπνή τρυφερότητα σου με αφοπλίζει! Εγώ είμαι γυμνός! Γι’ αυτό φοβάμαι. Όχι το θάνατο! Όχι! Το ενδεχόμενο της ατέλειωτης ύπαρξης μου, ακόμη κι αν ήταν χωρίς να φθαρώ ή να γεράσω, μου φαίνεται πραγματικός εφιάλτης.

Άκουγε τον εαυτό του και επέμενε να μην ξέρει πόση ώρα βρισκόταν εκεί, λες και ο χρόνος, μπροστά στο πρόσωπο της, είχε παρατήσει τα ρολόγια του και το είχε βάλει στα πόδια.
Μα και τα δικά του πόδια δεν τον κράταγαν πια. Έκατσε κάπως σαν σε σκληρό πάτωμα, σε μια γωνιά, παίρνοντας αγκαλιά τα πονεμένα του γόνατα. Πόσος χρόνος ζωής του έμενε άραγε πια; 

Οι άνθρωποι συνθλίβονται, πνίγονται, καίγονται, εξολοθρεύονται  ακριβώς όπως και τα ζώα. Το ίδιο μαζικά, το ίδιο αδιαφοροποίητα, όπως τα έντομα ή τα ποντίκια! Η κουφάλα η φύση δεν ξεχωρίζει ποιότητες. Ούτε φυσικές, ούτε ηθικές. Είναι κοινός ο κλήρος για όλους! Ίδιος για το Βαν Γκόγκ, ίδιος για τις κατσαρίδες στο δωμάτιο του! Σε κάθε δευτερόλεπτο της ζωής μας παραμονεύει η «βλάβη»: μια αρρώστια, ένα ατύχημα, μια βασανιστική αναπηρία, ένας ανυπόφορος πόνος, μια εξευτελιστική ανημπόρια. Σαν να μη φτάνει, ρε πούστη μου, που πεθαίνουμε! Σαν να μην φτάνει!

Η Εύα, μαντεύοντας στη στιγμή τις σκέψεις του, έσκυψε και αγκάλιασε στην παλάμη της ένα μονάχα δάχτυλο του. Σαν να ήτανε ένα μωρό παιδί. Εκείνος ή αυτή; Εκείνος δεν ήξερε. Το έφερε στα χείλη της και το φίλησε. 

- Η σχέση είναι «βρώση και πόση», έμπρακτος τρόπος λήψης της «τροφής», μαζί με ένα μεγάλο ευχαριστώ. Όπως ο θηλασμός του βρέφους είναι πράξη σχέσης με τη μητέρα, όπως η ερωτική σχέση είναι σωματική συν-ουσία. Έτσι κι εγώ μάγκα μου! Σου κάνω δώρο ένα φιλί κι εσύ το αποδέχεσαι. Έτσι χτίζεται η σχέση μας: σου προσφέρω ένα δώρο κι εσύ το δέχεσαι. Και να σου πω κάτι; Τόσο η προσφορά μου όσο και η αποδοχή σου, δεν θα είναι ποτέ πράξεις εξαναγκασμού και ανελευθερίας. Μπορείς ανά πάσα στιγμή να δεχθείς, αλλά και μπορείς να αρνηθείς το χάρισμα μου.  Η σχέση μας είναι και θα είναι ένα γεγονός ελευθερίας. Μπορείς, ακόμη, να δεχτείς το δώρο μου, όχι σαν δώρο, αλλά σαν αυτόνομο γεγονός άσχετο από μένα. Είναι κι αυτό στις δυνατότητες της ελευθερίας σου. Αλλά αυτό είναι ο θάνατος, μικρέ μου. Είναι η ζωή δίχως σχέση! Δίχως δώρα κι αντίδωρα!

- Εδώ είναι ο πειρασμός μου Εύα! Ο πειρασμός του «μην τυχόν»! Ο πειρασμός του «και αν»! Ο φόβος ότι η ζωή ως σχέση, μπορεί να είναι κάποια ζωτική στέρηση, ένας αποκλεισμός από την υπαρκτική αυτονομία, μια άρνηση των απεριόριστων επιλογών ζωής. Μην τυχόν και χάσω την αυτονομία μου, την αυτοτέλεια μου, την ιδιοτελή μου ατομική αυτάρκεια!  Μην τυχόν και παραδοθώ στη σχέση, ρε γαμώτο!

- Θυμάσαι ρε συ, εκείνη την άλλη Εύα; Τη συνονόματη μου του Παραδείσου; Την Εύα των πρωτόπλαστων; Ε λοιπόν, δεν ξέρω αν στο έχω πει αυτό: τη γουστάρω πολύ εκείνη τη γυναίκα. Γιατί η γυναίκα είναι που έκανε ότι μπορούσε για να αντισταθεί σ’ αυτό το ψέμα. Η γυναίκα  είναι η διαχειρίστρια της ζωής, η μήτρα, η γή, η φύση. Και η απώλεια του Παραδείσου μπαίνει πάντα από την πόρτα της Φύσης. Αν το δίλημμα των πρωτόπλαστων ήταν να πειθαρχήσουν ή όχι σε κάποια εντολή, σ’ έναν νόμο, τότε ο κύριος υπεύθυνος θα ήταν ο άνδρας. Αλλά δεν ήταν τόσο απλό. Το ξέρεις ότι δεν ήταν τόσο απλό.Το δίλημμα ήταν ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο, και σύμβολο διαχείρισης της ζωής είναι η γυναίκα. Καταλαβαίνεις πόσο βαρύς είναι ο σταυρός της;

Ο χώρος γέμισε με αντανακλάσεις λες και κάποια τηλεόραση έκοβε τους τοίχους σε γαλάζιες πλάκες. Ένα κιτρινιάρικο φώς έκανε πως τις παράβγαινε, όμως μάταια. Ήχος δεν ακουγόταν κανείς, εκτός απ΄ τις μυρωδάτες λέξεις της Εύας και τις σκέψεις του. Για τη φωνή του δεν ήταν βέβαιος. Ένα αεράκι χώθηκε από κάπου και τον έκανε να κρυώσει.  Η Εύα αγκάλιασε τα χέρια του κι ο απαλός ήχος από το χάδι της μπλέχτηκε με το γαλάζιο χρώμα κι έφτιαξε μια μώβ μουσική. Μια μουσική ολόϊδια το μεταξωτό φουλάρι της! Σαν ένα μαντολίνο στα χέρια ενός κοριτσιού. Έριξε μια ματιά στο κορίτσι, στα λεπτά του δάχτυλα, στις χορδές που πάλλονταν. Ήταν βέβαιος γι’ αυτό. Απόλυτα βέβαιος! Μια μουσική στιλπνή και απαλή τον ζέσταινε μέσα στα χέρια της. Μονάχα, που για μια ακόμη φορά, ήταν αδύνατο να κοιτάξει το ρολόϊ του. Κι όχι μόνο αυτό! Ήταν γυμνός. Εντελώς γυμνός! Είχε την αίσθηση, λάθος, διόρθωσε τον εαυτό του, την επίγνωση, ότι ήταν γυμνός. Στους πρωτόπλαστους η γύμνια βεβαιώνει το αποτέλεσμα της επιλογής τους να υπάρξουν με τον τρόπο της μη-σχέσης, σκέφτηκε. Ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να βιώνει τόσο την αίσθηση της γυμνότητας - και την ως εκ τούτου άμυνα της ντροπής- όσο και την  πρώτη εκείνη παραδείσια αθωότητα: να είναι γυμνός χωρίς να ντρέπεται.

Έτσι κι αυτός. Ήταν γυμνός, χωρίς να ντρέπεται! Γυμνός χωρίς να ντρέπεται; Μα πώς; Έκανε έρωτα μαζί της; Πώς βρέθηκε έτσι γυμνός; Και πως δεν ντρέπεται; Υπήρχε στ’ αλήθεια ανάμεσα  τους μια σχέση ερωτική; Μια αμοιβαιότητα πόθου και ανάγκης του ενός για τον άλλον,  που έστειλε στο διάβολο όλες οι αναστολές της γύμνιας του; Ή είχε πια τελείως εξαλειφθεί η ντροπή του; Δεν ήταν δα και κανένας πουριτανός, μα όχι κι έτσι!

Την έψαξε στο χώρο κι όταν τη βρήκε ήταν λες και όλο το κορμί της είχε γίνει πρόσωπο. Στις άκρες των χειλιών της βλεφάριζαν τα μάτια της. Στις άκρες των ματιών της λαγοκοιμόταν ήσυχο σαν παιδί το χαμόγελο της.  Ακουμπισμένα στην πλάτη της τα δυό της στήθια γύρευαν κι αυτά τα χάδια τους, σαν τα κόκκινα μάγουλα ενός νεογέννητου. Τα μαλλιά της άφηναν πίσω τους ξανθά κύμματα, βάζοντας ρότα για τα πόδια της.

Σ’ όλη αυτή την αναγέννηση της ο Μποτιτσέλι σήκωνε, ανήμπορος, τα χέρια ψηλά. Κι εκείνος, μάλλον για πρώτη φορά -δεν ήταν βέβαιος- έβλεπε τον πίνακα της και δεν αξιολογούσε μονάχα το ξύλινο τελάρο, τον μουσαμά και μερικά χρώματα. Για πρώτη φορά υποψιαζόταν ότι με τα υλικά της είχε αρθρωθεί, εδώ μπροστά του, ένας δημιουργικός λόγος. Ένας λόγος για να ζει. Ένας λόγος που τον καλούσε, αυτόν τον ηλίθιο μέχρι χθες θεατή, σε σχέση με τον ζωγράφο. Έκπληκτος αναγνώριζε το υπαρκτικό γεγονός της μοναδικής και ανεπανάληπτης Εύας μέσα στον πίνακα του προσώπου της. Εκεί, που μέχρι χθες, μέχρι πριν λίγο, έβλεπε μονάχα έναν μουσαμά με κάτι χρώματα. Α ρε κάτι περίεργα πράγματα!

Τώρα πια όλο το κορμί της είχε γίνει σχέση, φανέρωση μοναδικότητας, ανάγκη αυτοπροσφοράς. Ολόκληρο το κορμί της μιλούσε τη γλώσσα του βλέμματος, του χαμόγελου, του πόθου για τον άλλον, μιλούσε με τρόπο μοναδικό, ανόμοιο και ανεπανάληπτο. Όλο το κορμί της ήταν τώρα πρόσωπο. Ένα πρόσωπο με την όψη του στραμμένη προς αυτόν.

Κάπως έτσι γυμνώθηκε κι εκείνος για να παραδοθεί ολοκληρωτικά στη σχέση, παραιτούμενος  από κάθε αντίσταση αυτοάμυνας.  Ακόμη κι απ’ την έσχατη αντίσταση, την ντροπή. Ε ναι λοιπόν, δεν  υπάρχει στον έρωτα ντροπή, γιατί δεν υπάρχει άμυνα της ατομικότητας και φόβος. «Η αγάπη ου γιγνώσκει την αιδώ», λέει ένας άγιος.
Έκανε να της το πει. Να το μοιραστεί μαζί της. Να της κάνει κι αυτός μια κάποια εντύπωση για τις γνώσεις του. Να της κάνει για λίγο το δάσκαλο. Μάταια, σκέφτηκε. Αν και η σκέψη του ακούγονταν τόσο δυνατά που θα ‘λεγε κανείς –κι ίσως κι ο ίδιος ακόμη να μπερδευόταν- πως ήταν η φωνή του.

Κι όλο τον προηγούμενο καιρό; Αυτή η αίσθηση της γυμνότητας που είχα πάντα στις «σχέσεις» μου; Αυτή η αίσθηση δεν θα έπρεπε να με βεβαιώνει ότι υπήρχα με τον τρόπο του ατόμου; Με τον τρόπο της αυτοτέλειας και της ιδιοτέλειας! Της μη-σχέσης! Δηλαδή της ντροπής! Κι εγώ δεν είχα πάρει χαμπάρι; Μα τί μαλάκας είσαι ρε φίλε; Σκέφτηκε για τον εαυτό του και σαν να πικρογέλασε.

Εκείνη σφράγισε με την άκρη των δαχτύλων της το χαμόγελο του και του ψυθίρισε στ’ αυτί: γελάς αγάπη μου! Τον χάϊδεψε τρυφερά στο μάγουλο κι ένοιωσε το χέρι της δροσερό, ενώ το μώβ φουλάρι της τον άγγιξε κι έκανε να απλώσει τα λουλουδάκια του στο δικό του το λαιμό. Τον φίλησε κόκκινα! Πώς αλλιώς;

- Ελευθερία, δάσκαλε, σημαίνει δυνατότητα να υπάρξει ο άνθρωπος με τον τρόπο της σχέσης ή με τον τρόπο της ατομικής του φύσης, της αναγκαιότητας! Έτσι μου είχες πει!
Γι’ αυτό, μου έλεγες: η στέρηση της αθανασίας δεν είναι ποινή. Είναι ευλογία. Ο θάνατος υπάρχει για να μην γίνεται το κακό αθάνατο. Ο Θάνατος οριοθετεί την άσχετη ύπαρξη, τον τρόπο της ατομοκεντρικής αυτονομίας. Θυμάσαι τι έλεγε ο Jean-Paul Satrte; «Η ελευθερία ορίζεται ως η απροσδιοριστία του να μην είσαι το είναι σου(η φύση σου). Η ελευθερία είναι η δυνατότητα του ανθρώπου να παράγει το είναι του». Ο άνθρωπος είναι η ζωή του, η ενεργητική πραγμάτωση της μοναδικής διαφορετικότητας του.

- Και σε μας αγάπη μου, να το ξέρεις αυτό, η ύπαρξη μας αντλεί το νεράκι της από τη σχέση και όχι από τη φύση. Η ύπαρξη μας είναι ένα μεγάλο «όχι» στους περιορισμούς και τις αναγκαιότητες  της φύσης, κι ένα μεγάλο «ναι» στην ελευθερία του έρωτα. Κι ας ήταν και στιγμές, που δεν τα καταφέραμε. Η ελευθερία μας είναι ένα συνεχές άθλημα! Όχι οριστικό επίτευγμα! Εμπειρία κοπιαστική και επώδυνη, ενάντια στην ίδια μας τη φύση. Η ελευθερία μας είναι τρόπος να υπάρχουμε, όχι επιλογή ανάμεσα σε κάποια ενδεχόμενα της βούλησης μας. Κι εσύ για μένα, δεν ήσουν ποτέ απειλή. Μην ακούς που γκρινιάζω καμμιά φορά. Ελπίζω πως κι εγώ το ίδιο. Ήσουνα πάντοτε διευκολυντής στην κατάκτηση της υπαρκτικής μου πληρότητας.  Και να με συγχωρείς, καλέ μου, αν η ψευδαισθητική επιθυμία μου να είμαι σαν άτομο οπωσδήποτε δικαιωμένη, με οδήγησε, μερικές φορές,  σε άμυνα τυφλή, σε άρνηση ή αδυναμία να παραδεχθώ την πραγματικότητα.

Ε τώρα πια, δεν υπήρχε καμμιά αμφιβολία. Γνώριζε αυτή την γυναίκα. Δεν μπορεί! Την γνώριζε μάλιστα καλά. Είχε κάνει έρωτα μαζί της. Είχε σχέση μαζί της. Ποιός ξέρει πότε; Ποιός ξέρει για πόσο καιρό; Ήταν αδύνατον να θυμηθεί, όσο αδύνατον ήταν να κοιτάξει το ρολόϊ του. Την αγαπούσε άραγε αυτή τη γυναίκα; Έτσι έδειχναν όλα. Μάλλον έπρεπε να είναι βέβαιος. Αλλά, απ’ την άλλη, ήξερε πως οι βεβαιότητες συντηρούν την αυτονομία του «εγώ». Και πως μονάχα η εμπιστοσύνη-πίστη στηρίζει τη δυναμική της ύπαρξης ως σχέση. 

Όμως, εκείνος δεν είχε ποτέ τη βεβαιότητα ότι αγαπούσε. Ούτε καν τη βεβαιότητα ότι ειλικρινά, δηλαδή ελεύθερα, ήθελε να αγαπήσει.  Είναι πάντα πολύ εύκολο, έλεγε στον εαυτό του, να εκλαμβάνουμε ως αγάπη, κάποτε και ως έρωτα αυταπαρνητικό, την ευφορία των αισθημάτων, τις ψευδαισθήσεις πραγματικότητας, που γεννάει η ατομοκεντρική επιθυμία, η αυταρέσκεια. Ήταν άραγε κι εδώ κάπως έτσι;
Δεν ήταν δα και λίγες οι φορές, που είχε πιάσει στα πράσα το «εγώ» του να ενοχοποιείται εκούσια και με θεατρική υπερβολή, επειδή διψούσε να δικαιωθεί και να εξασφαλιστεί μέσα από την αυτομαστίγωση του. Προηγείτο πάντα  το ενοχοποιημένο του «εγώ», όχι η αυτοεγκατάλειψη στη σχέση, όχι η παράδοση στην αγάπη. Και, κακά τα ψέμματα, άλλες τόσες φορές, έπιασε τον εαυτό του να θεωρεί ότι το κακό είναι ο «άλλος», μόνο και μόνο επειδή υπήρχε και με την ύπαρξη του, ήταν αντίθετος στη δική του ατομική αυτοτέλεια και ιδιοτέλεια.

Όταν κάποια στιγμή κατάφερε να προφέρει τη λέξη «πονάω», σιγουρεύτηκε πως η φωνή του μπορούσε πια να ακούγεται, μ’ όσο κι αν τα χείλη του δυσκολεύονταν. Εκείνη έσκυψε και επανέλαβε αυτή τη μια του λέξη συνοδεύοντας την με την αγάπη της: Πονάς αγάπη μου; Ένα δάκρυ της κρυσταλώθηκε στο μάγουλο κι ύστερα σαν κομματάκι αιχμηρού πάγου της έγδαρε το πρόσωπο. Έκρυψε βιαστικά τη γρατζουνιά της να μην τη δεί.

- Πονάμε τόσο μόνοι μας, γαμώτο, συλλογίστηκε.  Η πραγματικότητα του πόνου είναι απρόσιτη σε  αντικειμενικό ορισμό. Δεν μπορούμε να μετρήσουμε την ένταση του πόνου ή να καταδείξουμε το είδος, την ποιότητα, του πόνου. «Δεν μπορώ να δείξω στον άλλο τον πονόδοντό μου, ούτε να του αποδείξω πως έχω πονόδοντο» όπως παρατηρούσε ο Wittgenstein.  Στη σκέψη αυτή, ένοιωσε ξαφνικά τον πόνο του να εκτείνεται κυριολεκτικά πέρα από το σώμα. Σαν μετά από χειρουργικό ακρωτηριασμό, καθώς ο χειρουργημένος βιώνει πόνο οξύ στον ανύπακρτο πια «τόπο» του μέλους που αποκόπηκε. Βλέπεις το ά-σχετο  του πόνου, είναι το «τίμημα» της υπαρκτικής μας ανεπάρκειας. Πονάμε μόνοι μας, γιατί διεκδικούμε να είμαστε αυτόνομα, ιδιοτελή, άτμητα άτομα.

- Τα πρόσωπα όμως δεν πονάνε μωρό μου, πήγε να της πει, όταν ακούστηκαν βιαστικές φωνές  ανθρώπων που εισέβαλλαν στο δωμάτιο. Παράξενες ιατρικές ορολογίες έσπασαν τη γλυκιά σιωπή του προσώπου της και το αγκιστρωμένο χαμόγελο της, εκεί στην άκρη των χειλιών της, κρεμάστηκε τώρα τόσο, που σε λίγο θα έφτανε η θλίψη του ως το μώβ μαντήλι του λαιμού της.

- Φοβάμαι Εύα, μουρμούρισε τρομαγμένος. Φοβάμαι τον θάνατο! Αυτόν το θάνατο που πεθαίνουμε μόνοι μας.

Ένα άσπρο ξερό σεντόνι κάλυπτε τη γύμνια του, ίσως από ώρα, μα το κατάλαβε τώρα, έτσι καθώς κουκούλωσε τις τελευταίες λέξεις του. Του έμεινε μονάχα η εντύπωση πως ακούστηκε η λέξη «φοβάμαι». Τίποτα περισσότερο. Ακόμη και το όνομα της κρύφτηκε κάτω από το λευκό σεντόνι, μην τύχει κι ακουστεί.  

- Ο φόβος είναι η απουσία του Έρωτα, μικρέ μου, όπως το σκοτάδι είναι η έλλειψη του φωτός. Δεν υπάρχει από μόνος του! Ακούς; Κι εγώ είμαι τόσο ερωτευμένη μαζί σου! Μ’ ακούς; Μ’ ακούς, γαμώτο μου; Φώναξε μ’ όλη της τη δύναμη!

Έσκυψε το κεφάλι της και βγήκε απ’ το δωμάτιο. Έτσι της υπέδειξαν πιεστικά οι γιατροί, που αδιάφορα λογικοί πάλευαν με το σκοτάδι κάτω απ’ το λευκό σεντόνι.

Εκείνη έλυσε το μώβ μαντήλι της και σφούγγιξε μ’ αυτό τα δάκρυα της και τη ζωή της που έρεε από παντού. Πίσω της, τα μικρά ανθάκια του μαδημένου γιασεμιού, έτρεξαν βιαστικά-βιαστικά και τρύπωσαν παιχνιδιάρικα κάτω από το λευκό σεντόνι. Γέμισαν το κορμί του με φιλιά. Λευκά. Λευκά, ολόλευκα φιλιά. Έτσι, που τα δικά της κόκκινα ζηλέψανε.

Καλά λένε, πως η πρώτη και τελευταία ανάμνηση ενός ανθρώπου είναι μια σχεδόν απτή, χειροπιαστή, ευωδιά.


ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ
02.07.2014

ΟΙ ΒΡΩΜΙΚΕΣ ΜΠΟΤΕΣ

Λένε πως στη ζωή συναντάει κανείς δυο κατηγορίες ανθρώπων: εκείνους που πεθαίνουν με τις μπότες τους καλογυαλισμένες και τη ζωή τους γεμάτη θαυμαστικά κι εκείνους που πεθαίνουν με τις μπότες τους βρώμικες και τη ζωή τους γεμάτη ερωτηματικά.

Μη το παιδεύεις, ρε συγγραφέα, θα πει κανείς. Οι ξενέρωτοι και οι μάγοι ήτανε πάντοτε, στους αιώνες, η κυρίαρχη διάκριση των κοινωνιών πέρα από διαλεκτικές μαρξιστικές αναλύσεις και τα συναφή. 

Οι πρώτοι κάνουν ότι περνάει απ’ το χέρι τους για να σταματήσει η γη να γυρίζει κι’ οι άλλοι τα καταφέρνουν  -ίσαμε τους καιρούς μας- να την κάνουν ακόμη να περιστρέφεται.
Απαιτείται χάρισμα ανθρωποδιώκτη για να αποφύγεις τους πρώτους, ενώ χρειάζεται, είναι αλήθεια, γερή σιρμαγιά ψυχής και μάτι αλαφροΐσκιωτο για να ανταμώσεις -έστω για λίγο- τους δεύτερους. Βλέπεις δεν τους χαρακτηρίζει η γυαλάδα και η λαμπερή στιλπνότητα που κάνει τους ανθρώπους του σήμερα να γίνονται ορατοί ή, μάλλον, υπαρκτοί…
Ξέρεις τώρα, οι άνθρωποι που δεν γυαλίζουν, αγνοούνται.
Οπότε λοιπόν, όπου θαμπάδα και σκόνη, είναι αυτή μια πρώτη ένδειξη συνάντησης με τους ανθρώπους με τις λερές μπότες. Όπου χαρμόσυνη μελαγχολία στο βλέμμα, μια δεύτερη…
Όπου τσαλάκωμα και πτύχωση των συναισθημάτων, ατράνταχτη βεβαιότητα…Κι' όπου ολοσχερώς διερρηγμένο κέλυφος εγωκεντρισμού, αποκαλυπτικό σμίξιμο των υπάρξεων. Μοιρασιά!
          
Κι’ εγώ, από γεννησιμιού μου ασφαλής και καλογυαλισμένος στον ατσαλάκωτο ορθολογισμό μου, μα κι απ’ την άλλη προικισμένος απ’ τα μετωπικά φιλιά της γιαγιάς μου –ακόμη και σήμερα τα θυμάμαι σαν τρακαρίσματα στο κούτελο με τις αλήθειες μου- βάζω με τον νου μου πως αξιώθηκα να δω δυο τρία ζευγάρια τέτοιες μπότες σκονισμένες.

Τους είδα να δακρύζουνε και να γίνονται κομμάτια, για ό,τι οι πολλοί θα ‘λέγαν ένα τίποτα. Κι ο πιο βαθύς τους πόνος βουβός και διπλωμένος δεν έλεγε να σκάσει, έστω, σ' ένα δάκρυ. 

Τους άκουσα να γελούνε τρανταχτά στις μικροαγωνίες της καθημερινότητας σαρκάζοντας, λες, την επιτυχία. 

Τους είδα να οικοδομούνε σε μια νύχτα ό,τι οι πολλοί θα χρειάζονταν βδομάδες, φλογισμένοι από την πιο απερίσκεπτη καλή ελπίδα. 

Τους ένοιωσα να εξαντλούν το είναι και το έχει τους πεισματικά χαρισμένοι, δίχως καμία φειδώ. Ήταν καιροί που χαραμίστηκαν κι ύστερα ήρθαν κι άλλοι που αφήσανε τα όνειρα απλήρωτα. Ε και; Η μεγαλύτερη σκοτεινιά είναι πάντα τρανό σημάδι πως έρχεται ξημέρωμα, θα σου πουν.

Τους είδα να εξαντλούνε τις γλύκες της ζωής απ' όλα τα χρωματιστά βαζάκια της, παραπετώντας τις γυαλιστερές συσκευασίες και τις φανταχτερές κορδέλες τους.  Το συσκευασμένο άδειο δεν τους έλεγε και τίποτα...

Τους είδα μια νύχτα στην άκρη της θάλασσας -και τότε βεβαιώθηκα: είχαν αφήσει παράμερα τις λερές τους μπότες και πλατσούριζαν στα ρηχά, μαζεύοντας τα σαπιόξυλα που τους ξέβραζε η θάλασσα. 
Κρυφοκοίταξα δειλά. Τα έκαναν σχεδίες και δραπέτευαν, πέρα, κατ’ ευθείαν προς τη γραμμή του ορίζοντος…
Κι όμως, ναι! Μάζευαν τα σαπιόξυλα, τα έκαναν σχεδίες και δραπέτευαν…Τους ζήλεψα!…Πέρα κατ’ ευθείαν προς τη γραμμή του ορίζοντος! 

Πάνε να δώσουν ακόμη μια σπρωξιά στη γη, είπα…Μα δεν χρειάζεται, τόλμησα να τους πω διστακτικά...Η γη γυρίζει κι από μόνη της.

Μα τι είναι αυτά που λες; Για κοίτα γύρω σου τα τόσα θαυμαστικά, μου απαντήσαν. Μια μονάχα ελπίδα υπάρχει για να ξεμπερδεύουμε μαζί τους. Να πάρει η γη τόση φόρα που να ζαλιστούν στο δρόμο και να τα ξεφορτωθούμε...

ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ
01.07.2014

Η ΜΟΛΟΤΩΦ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ ΜΑΣ

Όσο πιο τοπικό, τόσο και πιο παγκόσμιο! Ή σε σύγχρονα ελληνο-βρυξελιώτικα «Plus c’est local et plus c’ est universel».

Η φράση ανήκει στον διάσημο κινηματογραφιστή Ρενουάρ όταν τον ρώτησαν, πως εξηγεί το γεγονός ότι ενώ τα έργα του είναι τόσο «γαλλικά», συναντούν την ίδια στιγμή τέτοια παγκόσμια αποδοχή. Είμαστε λοιπόν τόσο παγκόσμιοι, μόνο όσο γνήσια τοπικοί καταφέρνουμε να γίνουμε. Με άλλα λόγια, κάτι υπάρχει πραγματικά ως αυθεντικά τοπικό, μόνο στο βαθμό και στο μέτρο που τολμάει να έχει σημασία σε παγκόσμιο επίπεδο. Αν δεν έχει σημασία για τον πιο απόμακρο γείτονα του πλανητικού χωριού, ας μην κρυβόμαστε, είναι ανύπαρκτο.

Έτσι, ετούτη η αγωνία, η ταλάντευση, ανάμεσα στο τοπικό και στο εθνικό, ανάμεσα στο εθνικό και στο παγκόσμιο ή ακόμη-ακόμη, γιατί όχι, ανάμεσα στο τοπικό και το παγκόσμιο, βρίσκει πεντακάθαρα την «γαλλική» απάντηση της.

Κι εμείς με την παράδοση παραδομένη μπρος στα πόδια μας, με αυτήν την παράδοση που κατέθεσε για δύο φορές στην πανανθρώπινη ιστορία πρόταση με οικουμενικό ενδιαφέρον -και γι’ αυτό άλλωστε υπήρξε γνήσια και σε εθνικοτοπικό επίπεδο- εμείς, με το πείσμα επαρχιώτη, αρνιόμαστε το μπόλιασμα της παράδοσης μας και πιθηκίζουμε ακόμη ευρωπαϊκές συνταγές ευτυχίας. Τώρα μάλιστα και συνταγές κατ’ εντολήν των αποικιοκρατών!  

Αλλά εμείς εκεί! Πεισματικά πιθηκίζουμε, γοητευμένοι ακόμη από τα φώτα της κάθε εσπερίας, ακόμη και τώρα που τα φώτα της τρεμοπαίζουν, ακόμη και τώρα που το σκοτάδι της νεοεποχίτικης τάξης, φιλοξενεί στη σκιά του τους πιο δραματικούς εφιάλτες του τόπου αλλά και της ανθρωπότητας. Και νομίζω πως τόσο ο τόπος όσο και η ανθρωπότητα κάπου το έχει ψυλλιαστεί. Η μαγιά της αντίστασης σ’ ολόκληρο τον κόσμο ξέρει καλά πως «ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός». Ίσως δεν ξέρει ακόμη ποιος και πως θα είναι αυτός ο κόσμος, μα ψάχνει ο καθείς στις ντόπιες παραδόσεις του. Από τους ινδιάνους της λατινικής Αμερικής, μέχρι τους άραβες ισλαμιστές και τους Ρώσους ορθόδοξους.

Σ’ αυτή τη παγκόσμια μαγιά, που σαρκώνει το προζύμι ενός αληθινού πρόσφορου για τον πλανήτη, ένα πράγμα είναι καθαρό: Ό,τι μας κληροδότησε ο δυτικός τρόπος του βίου, χάσκει πια πουκάμισο αδειανό. Και είναι τραγικό ο τόπος μας, δηλαδή οι πέτρες, η θάλασσα, το φως στις γωνίες των ναών, οι ταπεινές βάρκες, το ταψί της Κυριακής, μια σειρά λιόδεντρα που κατεβαίνουν την πλαγιά, ένα τσαμπί σταφύλι, ένα χέρι γδαρμένο από το χώμα και το βράχο, η ιστορία σ’ ένα ξεφλουδισμένο κάδρο που κρέμεται στον χρισμένο τοίχο ενός σχολειού, αυτός ο τόπος, γιατί αυτός είναι ο τόπος και ταυτόχρονα ο τρόπος μας, είναι τραγικό αυτός ο τόπος, να μηρυκάζει ακόμη ένα αδειανό πουκάμισο και να καμώνεται πως σαν καλή ράφτρα πρέπει τώρα να ράψει τα μανίκια, ύστερα να εκσυγχρονίσει τους φθαρμένους γιακάδες. Για το χάλι μας φταίνε τα άραφτα μανίκια μας. Για τη φτώχεια μας φταίνε οι κακοραμένοι γιακάδες μας. Κι η υπόσχεση μας για το μέλλον, είναι πως αύριο θα μεταρρυθμίσουμε τα ανύπαρκτα μανικετόκουμπα, φτιάνοντας στο τέλος ένα πουκάμισο «εφάμιλλο των καλυτέρων ευρωπαϊκών». Και τι κρίμα αδερφέ μου, κάνουμε ακόμη και  τώρα σαν να μην βλέπουμε ότι το πουκάμισο τους είναι άσαρκο.

Για χρόνια ολόκληρα κάναμε τον μικρό θάνατο της μειονεξίας μας, ναρκισσισμό, προσδοκώντας σε μια ψεύτικη κονομημένη ανάσταση, σε ένα δεκανίκι, που να κρύβει την αναπηρία μας. 
Κι ύστερα μας έλειψαν τα φράγκα. Πώς να το παίξεις ναρκισσιστής δίχως φράγκο στη τσέπη; Μια νύχτα μας κλέψαν τους καθρέφτες που ηδονικά καμαρώναμε τους εαυτούληδες μας. Πού να κοιταχτούμε τώρα να μας λατρέψουμε; Αυτό προκάλεσε κυρίως η οικονομική κρίση: μας αφαίρεσε τους μαγικούς καθρέφτες όπου χαζογελούσαμε αυτάρεσκα.

Μα με στεναχωρεί, ακόμη πιο πολύ, πως αυτός ο τόπος, είχε και έχει ακόμη τους ραφτάδες και τα ραφτικά, να κεντήσει για ακόμη μια φορά, την πιο ευρύχωρη την πιο ανθρώπινη φορεσιά. Την πιο καλοπλυμένη και καλοσιδερωμένη, έτοιμη να σαρκώσει ένα αύριο, ποιος ξέρει περισσότερο ή λιγότερο σπουδαίο, μα πάντως σίγουρα λιγότερο απάνθρωπο.

Αν αυτός γινόταν ο νέος μας στόχος, η νέα μεγάλη αφήγηση της κοινωνίας μας, να το πω πιο επιστημονικά, αν βάζαμε λέει έναν σκοπό, να μειώσουμε το επίπεδο της κατά κεφαλήν απανθρωπιάς μας, θα ‘πρεπε πριν απ’ όλα να τολμήσουμε να διαπιστώσουμε τα χαΐρια μας, το αδειανό πουκάμισο τους, που με το στανιό μας βάλανε να το φορέσουμε κι εμείς. Να διαπιστώσουμε ακόμη πως είναι το πουκάμισο που είναι στενό κι όχι εμείς παχύσαρκοι. Κι’ ύστερα, να βγούμε φωναχτά και :

Να παραδεχτούμε, πως οι πόροι του πλανήτη, τελικά, δεν ήταν ανεξάντλητοι. Και να σημειώσουμε παρενθετικά πως άλλο “πόροι” και άλλο “resources”.  Πως το περιβάλλον που μας περιβάλλει, όπως το λέει η λεξούλα, άμα το τιγκάρουμε στο σκατό, τότε πολύ λογικά πρέπει να αποδεχτούμε oτι μας περιβάλλουν σκατά και ύστερα να μην ξεχάσουμε να σημειώσουμε και πάλι πως άλλο περιβάλλον που περιβάλλει και άλλο environment που ‘ντάξει δεν τρέχει και τίποτε.

Να ομολογήσουμε ότι η αποτελεσματική λειτουργία των συστημάτων, των κάθε λογής συστημάτων, προϋποθέτει τον άνθρωπο με τα λογής προσωπεία. Οι άνθρωποι φορούν μάσκες για να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις των συστημάτων. Κι’ ύστερα καλούνται να διαχειριστούν το διχασμό τους ανάμεσα στο προσωπείο και στην αλήθεια της ύπαρξη τους. Η χαρά του ψυχαναλυτή.

Να καταθέσουμε ενώπιον των μαρτύρων και των αγίων μας, πως η μεσσιανική επένδυση που κάναμε στην επιστήμη και στην τεχνολογία, ήταν όπως κάθε μεσσιανισμός, ένα εύπεπτο μπαρμπούτσαλο. Ήταν μονάχα ένα ψυχολογικό υποκατάστατο του Θεού, που βιαστήκαμε να σκοτώσουμε, επειδή δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε με το χαζομυαλό μας. Όπως τα νήπια που διαλύουν τα ηλεκτρικά αυτοκινητάκια τους στην προσπάθεια τους να καταλάβουν πως λειτουργούν.

Να πούμε, ψιθυριστά έστω, στα βουτυρένια παιδάκια μας πως η ανάπτυξη τελικά δεν μπορεί να είναι αειφόρος, ούτε και μας πολυκόφτει αν θα ‘ρθεί  και να κόψουμε τις βρυξελιώτικες παπαριές των τοκογλύφων. Να προλάβουμε να ειδοποιήσουμε, τουλάχιστον τα παιδιά μας, πως η διαρκής γραμμική πρόοδος οδηγεί αργά ή γρήγορα στο εντελώς αντίθετο της. Την σταθερή υπερβολή της οπισθοδρόμησης.

Να πλακώσουμε στις σφαλιάρες τους πρωτοετείς φοιτητές των οικονομικών, μπας και ξυπνήσουν και καταλάβουν ότι σε μια «οικονομική μονάδα», ο άνθρωπος και η εργασία του, είναι αδιανόητο να είναι απλώς ένας παράγοντας, ένας συντελεστής, προς την επίτευξη της οικονομικής αρχής, του αποτελέσματος. Το κυρίως πρόβλημα δεν βρίσκεται στο δίλημμα του ποιος θα έχει την πρωτοκαθεδρία. Η εργασία ή το κεφάλαιο. Το πρόβλημα έγκειται στον ίδιο τον ορισμό της οικονομικής αρχής. Στα αυτονόητα προαπαιτούμενα που ο ορισμός θέτει. Χρειαζόμαστε, προς τούτο, έναν καινούργιο ορισμό της οικονομικής αρχής. Έναν ορισμό όπου, το αποτέλεσμα θα οφείλει να είναι υπηρετικό του ανθρώπου και όχι αντίστροφα.

Να καταγγείλουμε το Διαφωτισμό, την Αναγέννηση και τις ιδέες τους, γιατί όλα αυτά μπορεί να ήταν σπουδαία για τον δυτικό ημιάγριο σταυροφόρο του μεσαίωνα. Για τον άνθρωπο όμως της δικιάς μας Ανατολής, ήταν στρέβλωση και πισωγύρισμα του κερατά. Ο τόπος μας δεν ήταν τότε πεθαμένος για να χρειάζεται αναγέννηση, ούτε σκοτεινιασμένος για να διαφωτιστεί. Σήμερα είναι. Σήμερα χρειάζεται.

Να παραιτηθούμε πρώτοι εμείς «απερισκέπτως ευέλπιδες» από τον νομικό πολιτισμό των δικαιωμάτων που προϋποθέτει αλλά και αναπαράγει ακοινώνητα, άτμητα και άσχετα μεταξύ τους άτομα, έτοιμα να αλληλοσπαραχτούν υπερασπιζόμενο το καθένα το κωλοδικαίωμα του στην απανθρωπιά ενάντια στο διπλανό του. Πλημμύρισαν τα δικαστήρια της κρίσης με δικομανείς νεοέλληνες που κυνηγάνε το διπλανό τους.

Να απαιτήσουμε, με ευθύνη απέναντι στους νεκρούς μας, μια συγνώμη από τους σύγχρονους πολιτισμένους των δικαιωμάτων του ανθρώπου, γιατί το 1204 κατούρησαν την Αγία μας Τράπεζα. Όχι το έπιπλο, αλλά το κοινόν τραπέζιον της ανθροπομάζωξης του λαού μας. Γιατί από εκεί ξεκίνησαν την πρώτη αποικιοκρατική συσσώρευση του πλούτου που σήμερα μας θαμπώνει, μας δανείζει και εκ νέου μας αποικιοποιεί .

Να σταματήσουμε πρώτοι και καλύτεροι οι γονείς να τσιτώνουμε τα ανταγωνιστικά παιδάκια μας, ως προεκτάσεις των στερημένων εγωκεντρισμών μας, να αποκαταστήσουμε τη σχολή ως απουσία της ασχολίας, δηλαδή ως αντίθετο της σχόλης και να γυρέψουμε απ’ τους παιδαγωγούς να απαλλάξουν τα παιδιά μας από την άθλια χρησιμοθηρία. Να βάλουμε πιπέρι στο στόμα όσων σαν αμερικανάκια θέλουν να συναρτήσουν το πανεπιστήμιο με την παραγωγή, σε όσους δηλαδή γυρεύουν τη γνώση, πέρα για πέρα υποταγμένη, στη μεζούρα της τυφλής αποτελεσματικότητας.

Να αποδώσουμε ξανά στις λέξεις μας το αυθεντικό τους περιεχόμενο. Να ξαναπούμε κοινωνία και να σταματήσουμε να εννοούμε society. Έτσι και η Θεία Κοινωνία θα βρει το περιεχόμενο της και θα πάψει να είναι holy society.

Να ξαναπούμε δημιουργία και να εννοούμε το Έργο του Δήμου και όχι creative. Να ξαναπούμε πληροφορία και να εννοούμε «φέρω πληρότητα» και όχι «είμαι μέσα στον τύπο – in form-ation». Έτσι η κοινωνία της πληροφορίας θα είναι κοινωνία πληρότητας, κοινωνία προσώπων και όχι άθροισμα ακοινώνητων ατομικών υπάρξεων.

Να ξαναπούμε τον πολιτισμό πολιτισμό, δηλαδή τρόπο να καταλαβαίνουμε τα πράγματα και να ξεκαθαρίσουμε πως πολυπολιτισμικές κοινωνίες δεν υπάρχουν, γιατί δεν μπορεί μια κοινωνία να καταλαβαίνει με εκατοντάδες διαφορετικούς τρόπους τα πράγματα. Υπάρχουν πολυπολιτισμικοί χυλοί που τους ενώνει το κοινό συμφέρον της καθημερινής κονομισιάς ή το κοινό συμφέρον της αποικιοκρατικής κλοπής του υπόλοιπου κόσμου. Αν ο πολιτισμός γίνει πάλι ο κοινός μας τρόπος να καταλαβαίνουμε τα πράγματα θα σημαίνει πως έχουμε πια κοινές ανάγκες, τις ξέρουμε και τις ιεραρχούμε με τον ίδιο τρόπο. Τότε μπορεί να αρχίσουμε πάλι να λέμε πολιτισμός (πόλις-πολίτης), δίχως να εννοούμε culture.                  

Να πούμε στους ανθρώπους την αλήθεια για το καθημερινό τρεχαλητό της επιτυχημένης ευ-ζωούλας μας. Όποιος δεν υποψιάζεται ότι υπάρχουν και πράγματα σπουδαιότερα από τα χρήσιμα και τα αναγκαία, όποιος σπαταλιέται στην αναζήτηση τους είναι σκλάβος και σκατόψυχος. Και πολύ περισσότερο όποιος θέλει να επικαλείται τον Αριστοτέλη και τον ορθολογισμό του, δεν δικαιούται ταυτόχρονα να εξαντλεί τη ύπαρξη του στον ωφελιμισμό της μικρο-ζωούλας του.      

Να μαζέψουμε τους Δημάρχους και τους Υπουργούς των Εσωτερικών και της δήθεν Αποκέντρωσης και να τους ενημερώσουμε, πως ό,τι για 180 χρόνια τώρα «πασχίζουν» -δηλαδή από την ίδρυση του κρατιδίου και εντεύθεν-, ο τρόπος-τόπος μας το είχε κατακτήσει στην καθημερινότητα του με μια  λαϊκή κοινωνική εμπειρία αιώνων, που ξεκινάει από το πρότυπο των αμφικτιονιών και φτάνει ίσαμε της κοινότητες της τουρκοκρατίας. Ύστερα θα πρέπει να τους καλέσουμε να μας εξηγήσουν πως γίνεται όταν έχεις τις πρώτες συντεχνίες και τα εισνάφια ήδη από το 700 μ.Χ. και το 1800 φτάνεις ίσαμε τον συνεταιρισμό στα Αμπελάκια με 4.000 συνεταιρισμένους, με 200 εμπορικούς αντιπροσώπους σε όλη την Ευρώπη, όταν με αυτή την διοικητική οργάνωση καταφέρνεις να οργανώσεις μια επανάσταση εθνικής ανεξαρτησίας, όταν ο Υπουργός Ανάπτυξης της Βενεζουέλας μιλάει για αυτό το σύστημα τοπικής ανάπτυξης, πως γίνεται εσύ σήμερα να θες να αντιγράψεις το γερμανικό μοντέλο τοπικής αυτοδιοίκησης. Κι αυτοί σήμερα ονομάζουν την εκ νέου συγκεντρωποίηση των ρημαγμένων μας κοινοτήτων Σχέδιο Καποδίστριας ή Καλλικράτης. Η τόλμη θα ήταν να το ονόμαζαν Σχέδιο Καραϊσκάκης και να αφορούσε στην ανάδειξη του προσωποκεντρικού στόχου μας σε τοπικό-κοινοτικό επίπεδο. Στόχος με άλλα λόγια του Σχεδίου θα έπρεπε να είναι η μείωση της κατά κεφαλήν κακογουστιάς, αυτής που κάνει την Ρόδο, το Ηράκλειο και τα Τρίκαλα να μοιάζουν ανεπανόρθωτα ίδιες καχεκτικές πολιτείες ακοινώνητων υπάρξεων έτοιμων να σκοτωθούν –και το κάνουν-για μια θέση parking.

Εκεί θα είχα τη ψυχή να ονειρευτώ μιαν άμεση δημοκρατία της αριστοκρατίας. Δηλαδή, της ισχύος των αρίστων. Και μάλιστα μετ’ ευβουλίας αριστοκρατία. Και πάλι πρέπει να σημειώσω παρενθετικά άλλο αριστοκρατία και άλλο μπουρζουαζία. Σ’ αυτήν την αμεσοδημκρατική κοινότητα, ίδια και απαράλλαχτη με αυτήν που είχαν οι παππούδες μας, όταν εθελοντικά πρόσφεραν την εργασία τους στην υπηρεσία του Δήμου εναλλακτικά ή όταν αντάλλασσαν την εργασία τους ο ένας στο χωράφι του διπλανού εναλλάξ, σ’ αυτήν την κοινότητα, ο πολίτης ριψοκινδυνεύει να οικοδομεί σχέσεις με τον διπλανό του άνθρωπο, άρα μπορεί και να τσακώνεται, εκεί ο πολίτης γίνεται οπλίτης άμα λάχει και χρειαστεί, εκεί ερωτεύεται άμεσα και αδιαμεσολάβητα δίχως προξενήτρες, γραφεία συνοικεσίων ή τηλεοπτικές πουτάνες, εκεί αποφασίζει άμεσα και αδιαμεσολάβητα δίχως κόμματα, αρχηγίσκους, πελατειακές σχέσεις και πολιτικό marketing, εκεί τρώει στην μάπα τον εκλεκτό του, που τον βλέπει να ξυπνάει το πρωί και τον ακούει να μπινελικιάζει και την κυρά του, εκεί πεθαίνει και κυρίως εκεί βιώνει, εκεί ζει αρνούμενος την απλή επιβίωση, εκεί κοινωνεί, εκεί ο πολίτης από άσχετο νήπιο οδηγείται στην αδιαμεσολάβητη ενηλικίωση, στη σχέση των προσώπων, δίχως μεσσίες, σωτήρες, μπαμπούλες, πατερούληδες, πρίγκηπες κλ.π.
    
Εκεί «ένα φύλλωμα λέξεων θα μας ντύσει ελληνικά να μοιάζουμε αήηττητοι» κατά τον ποιητή.

Μπορείς κανείς να βρει ένα δεντρί, που κλαρί - κλαρί να χτίζει ετούτο το φύλλωμα; Και δεν πρέπει πριν απ’ όλα ετούτο το δεντρί να μιλά «αυτά στη γλώσσα την δική μου» έστω και αν «’Αλλοι, άλλα σε άλλες» πάλι κατά τον άλλο ποιητή;

Αν χτίσουμε αυτό το δεντρί, μ’ αυτό το φύλλωμα των λέξεων, εδώ στη «κοσμογωνιά» μας, αν το δεντρί μας αυτό καρποφορήσει και κομίσει μια πρόταση για το οικουμενικό κενό της οικολογίας, της κοινωνίας και της ύπαρξης, ίσως τότε αυτή η μικρή γωνιά και η πρόταση της, να αποκτήσει τόσο οικουμενικό ενιδαφέρον όσο πιο γνήσια εθνική καταφέρει αν είναι.

Τότε στ’ αλήθεια πιστεύω πως  «ένα φύλλωμα λέξεων θα μας ντύσει ελληνικά να μοιάζουμε αήττητοι».

Μέχρι τότε θα προσδοκώ τουλάχιστον να μιλώ «αυτά στη γλώσσα την δική μου, και άλλοι, άλλα σε άλλες».

ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ

16.06.2014

ΜΑΝΑ

Δεν έχει νόημα να σου χαϊδεύω πια τα λίγα που απέμειναν μαλλιά σου. Πώς μου καρφώθηκε αυτή η ανοησία, εμένα, που ορκιζόσουνα κρυφά σ’ ότι ονειρεύτηκες να γίνω…και πώς στριμώχτηκα τώρα έτσι σε τούτο το άθλιο κιτρινισμένο δωμάτιο με τις κουρτίνες της κακογουστιάς να κρέμονται ίσα ίσα για να σου κρύψουν το φως…

Δείτε τις πως κρέμονται, ίδια τα θαμπωμένα μαλλιά σου, ίδια οι παντιέρες που λατρέψαμε εγώ κι η γενιά μου… καλά μου τα ‘λεγες. Που ξανακούστηκε…ότι λατρέψαμε κάποτε τώρα να κρέμεται για να μας κρύψει το φως ;

Δεν έχει νόημα…να σου βαστώ το γυρτό σου κεφάλι. Τι ανταλλαγή κι’ αυτή… Εσύ που βάστηξες στην αγκαλιά σου το ανερμάτιστο βάρος της ξοδεμένης εφηβείας μου…πού να βρω χέρια τώρα να ζυγιαστώ με τα καθημερνά σου χαρίσματα;

Χαμένος πια για τα καλά στις τυφλές διαδρομές της προκοπής μου…Πώς να ζυγιαστεί μια κλεμμένη ώρα απ’ το κυνηγητό της βιωτής μου με τις δικές σου ολονύχτιες αγρύπνιες…

Κι είπα ύστερα να αφήσω στην άκρη τ’αγγίγματα. Δεν με συμφέρει τούτη ηζυγαριά. Να αφουγκραστώ να ακούσω τον πόνο που διαρρηγνύει κάθε γωνίτσα του αδυνατισμένου κορμιού σου…και φτάνει ως τα χείλη συμπυκνωμένη ζωή που παραιτείται…τα βροντάει όλα κάτω και φεύγει…"δεν αντέχω άλλο" μου λες…και εγώ ανόητος πιτσιρικάς…χρόνια τώρα…καμώνομαι τον καμπόσο και σου βαστώ σφιχτά το χέρι να μη φύγεις…

Κι αν φανούν σε λίγο όλοι ετούτοι οι ασπροντυμένοι δάσκαλοι του πόνου, όλοι οι εκπαιδευμένοι στην αναλγησία…τόσα χρόνια σπουδές στην απάνθρωπη απονιά που ονόμασαν επιστήμη…με την απόγνωση άγνωστη λέξη στα λεξικά τους…θα με βγάλουν στο προθάλαμο να μη δω την εικόνα σου κομμένη στα μικρά κομματάκια της μελέτης τους…

Ευκαιρία για τσιγάρο κι οι πινακίδες που κρεμούν στα πρόσωπα τους οι άλλοι επισκέπτες με τις ίδιες πάντα λέξεις…αγωνία…πόνος…απόγνωση.

Κι’ όλες μου οι γνώσεις, τα γιατροσόφια της φιλοσοφίας μου, οι έρωτες μου κι οι σπουδές μου στο θάνατο μια παρλαπίπα, μια φούσκα που σου σκάει μες στα μούτρα και μένεις έκθαμβος να σκουπίζεις τιςσταγόνες της…Τι να σου πω…στην παράκληση σου για τη λευτεριά του θανάτου…εγώ ο θιασώτης των καφενείων της ελευθερίας;

Φάε κάτι…έλα μια κουταλιά μονάχα…εσύ που χάρισες καζανιές ολάκερες φροντίδας…πάρε για αντίδωρο μια κουταλιά…μην μου τ’ αρνείσαι. Μην καταργείσαι πάλι…τούτη την ύστατη ώρα… να σε χαρώ, να γευτείς κάτι και συ σε τούτη την ατελεύτητη προσφορά σου…

Ήρθα πάλι μα κοιμόσουν…κι οι κουρτίνες σου‘κρυβαν πάλι το φως και το σιδερένιο κρεβάτι οξείδωνε το κορμί σου, σαν τα μάρμαρα μας που κουραστήκανε απ’ τη διαφθορά του αλλοτινού μας ήθους…κι οι νοσοκόμες σαχλαμαρίζανε με τους γιατρούς στους διαδρόμους…κι ένα πλαστικό δοχείο μάζευε, υπομονετικά, το υγρό των πνευμόνων ή των ματιών σου…δεν ξέρω.

Πήγα, έτρεξα για τις εξετάσεις…δεν γίνονται εδώ…πρέπει να πάτε στο τάδε νοσοκομείο…σας έγραψα κι επείγον…ευχαριστώ πολύ…ευχαριστώ ειδικά γι’ αυτό το επείγον. Θα ‘ναι έτοιμες την επόμενη βδομάδα…μου είπαν.

Τ’απόγευμα δεν ήρθα. Είχα δουλειά. Έτσι μου είπα να πω. Δεν άντεχα. Ξέρεις τώρα…άφηνα πάντα πράγματα για αύριο…δεν ήμουνα ποτέ  καλός στον προγραμματισμό…εσύ ξέρεις.

Τα χαράματα χτύπησε το τηλέφωνο. Ο πατέρας. Δεν ξέρω αν ξύπνησα.
Μα είδα το κρεβάτι σου άδειο…κι είπα πως έφυγες…κι όσο κι αν έψαξα δεν σε βρήκα.Είπαν πως έφυγες. Μα δεν είμαι πια πιτσιρικάς μητέρα. Κι είναι στιγμές που λαχταρώ να ακούσω το «γλυκό σου το παιδί» ή να σε δω κρυφά να δακρύζεις στο πρώτο γραφτό μου…μακρινή μητέρα ρόδο μου αμάραντο…καλό σου ταξίδι…

Συγγνώμη που δεν καταφέραμε να κάνουμε τα νοσοκομεία μας λίγο πιο ανθρώπινα, συγγνώμη που σου βάλαμε βηματοδότη χωρίς να υπάρχει λόγος, συγγνώμη που τα εφηβικά μου όνειρα τα διέψευσα πρώτος και καλύτερος εγώ, συγγνώμη που η επιστήμη του πολιτισμού μας αδιαφόρησε για το πόνο σου, συγγνώμη για τη νοσοκόμα που χαριεντιζόταν δίπλα στον πόνο σου,συγγνώμη για το λίγο μας…συγνώμη…συγνώμη… συγνώμη που δεν μάθαμε ακόμη, σαν πολιτισμός, να σεβόμαστε τον πόνο και τον θάνατο.

Ίσως γιατί δεν μάθατε παιδί μου, θα μου πεις, να σεβόσαστε τον έρωτα…Ίσως…


ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ
12.05.2013

ΤΟ ΜΠΟΪ ΕΝΟΣ ΠΙΤΣΙΡΙΚΑ

Δεν ξέρω αν είναι κατάρα ή ευλογία να σου έχουν προσωπικά διηγηθεί ιστορίες, όπως οι ίδιοι τις έχουν βιώσει, άνθρωποι σαν τον Μανώλη Γλέζο. Μα τούτες οι μέρες φέρανε τέτοιες θύμισες. Ήτανε λέει στο σκοπευτήριο της Καισαριανής την Πρωτομαγιά του ’44, που οι «προοδευμένοι» και «πλεονασματικοί» –σήμερα– στον προϋπολογισμό τους κατακτητές, εκτελέσανε 200 πατριώτες. Γνωστή η ιστορία σχεδόν σε όλους. Άγνωστη η ΙΣΤΟΡΙΑ, έτσι, με κεφαλαία γράμματα, ενός πιτσιρικά 12 χρονώ, που συνελήφθη με τους υπόλοιπους άνδρες. 

Στήθηκαν όλοι στον μεγάλο μαντρότοιχο με αντίκρυ τους τα θηριώδη πολυβόλα. Κι έτσι καθώς ήτανε οργανωμένοι οι κατακτητές –όπως και σήμερα– και δεν ήθελαν τίποτα να αφήνουν στην τύχη, πάκτωσαν τα πυροβόλα σε ψηλές τσιμεντένιες εξέδρες, έτσι που το ύψος βολής να φτάνει ένα αντρίκιο μπόι. Δεν είχε γίνει πρόβλεψη για παιδιά. Στις προοδευμένες δυτικές κοινωνίες τα παιδιά δεν προβλέπεται να στήνονται απέναντι στα αποσπάσματα. Μα, τι κρίμα, σε τούτο τον έρμο τόπο, ένα παιδί, ένα δωδεκάχρονο παλικαράκι που δεν θυμούμαι πια το όνομα του, στάθηκε απέναντι στα πολυβόλα. 
Εύστροφος ο «μικρός», καθώς έκοβε το μάτι του, πήρε χαμπάρι πως το μπόι του ήταν κάτω από τη γραμμή του θερισμού. Κι ανασηκώθηκε στα ακροδάχτυλα... να μην τη βγάλει καθαρή... να μην κουτσοβολευτεί αυτός δίπλα στους πεθαμένους... ένα δωδεκάχρονο παιδί ανασηκώθηκε στ’ ακροδάχτυλα... και γίνηκαν μεμιάς, αυτοί οι 2-3 πόντοι, χιλιόμετρα ήθους. 
Όταν αρχίνισαν τα όργανα του θανάτου, όχι μόνο κανείς δεν έσκυψε να φυλαχτεί, μα κι ένα παιδί, ένα παιδί, ανασηκώθηκε για να μην ξεφύγει...
 
Πώς γίνηκε και οι πιτσιρικάδες που μεγάλωσαν από τότε, όσοι γλιτώσανε, όσοι γεννήσανε παιδιά, πώς γίνηκε να φτιάξουνε ένα λαό που σκύβει συνέχεια για να φυλαχτεί...
 
Πώς γίνηκε σε 60 χρόνια δρόμου να κοντύναμε όλοι τόσο πολύ και μας νοιάζει μοναχά να περάσει το κεφάλι μας κάτω απ’ τα μέτρα, να μη μας αγγίξουνε εμάς και τσιμέντο οι άλλοι γύρω μας...
 
Πώς γίνηκε σε δυο γενιές να θάφτηκε τόσο ήθος κάτω από εισαγόμενα μπιχλιμπίδια και πλαστικά πλήκτρα...
 
Τώρα, απέναντι στα ίδια πακτωμένα πυροβόλα, στέκεται βουβός ένας ολόκληρος λαός με την ψυχή του κουρελιασμένη, όλοι «μοιραίοι και άβουλοι αντάμα», θεατές της ζωής μας με μόνη έννοια μη και μας πέσει η σακούλα με το ποπκόρν από τα σφιγμένα ποδάρια μας...
 
Τώρα που πακτώνουν στα τσιμέντα την ίδια τη ζωή και το μέλλον του τόπου μας...
 
Κι αν είναι αλήθεια αυτό που μας διδάξαν οι γιαγιάδες μας, πως ζωντανοί και πεθαμένοι σ’ αυτό τον τόπο είναι της ίδιας κοινότητας «μετέχοντες», αλίμονό μας σαν γυρίσει ο κύρης μας... και θα γυρίσει, είμαι βέβαιος, αργά ή γρήγορα... θα απλώσει ένα μακρύ κόκκινο κορδόνι στο μπόι ενός δωδεκάχρονου πεθαμένου... να δει... να ελέγξει... πόσων το μπόι μίκρυνε και περνά από κάτω... κι αν έμεινε κανείς που να μην χωρά... θα τον γλυκοφιλήσει σταυρωτά στα μάγουλα και θα κάμει τον σταυρό του...
ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ
30.04.2013